Ο Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος ( ΣΚΛΕ) εκφράζει τη βαθιά του θλίψη και οδύνη για τις διαδοχικές τραγωδίες που συγκλονίζουν τη χώρα, με τον θάνατο των δύο 17χρονων μαθητριών στην Ηλιούπολη και της 17χρονης μαθήτριας στον Ισθμό της Κορίνθου.
Οι σκόπιμες πράξεις τερματισμού της ζωής νέων ανθρώπων δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ούτε ως «μεμονωμένα περιστατικά» ούτε ως «ατομικό πρόβλημα». Η δραματική αυτή πραγματικότητα αναδεικνύει τη συστηματική υποβάθμιση και τα σοβαρά θεσμικά κενά που χαρακτηρίζουν το δημόσιο σύστημα ψυχικής υγείας, την παιδική προστασία και την κοινωνική πρόνοια στη χώρα μας. Είναι σαφές ότι απουσιάζει ένα ενιαίο και συνεκτικό πλαίσιο στήριξης, με αποτέλεσμα οι έφηβοι και οι οικογένειές τους να παραμένουν ουσιαστικά αβοήθητοι απέναντι σε σύνθετες ψυχοκοινωνικές κρίσεις.
Σε ένα κοινωνικό περιβάλλον οξυμένης ψυχοκοινωνικής πίεσης, οικονομικής αβεβαιότητας και αποκλεισμού, η Πολιτεία διατηρεί τις κρίσιμες κοινωνικές δομές σε καθεστώς έντονης υποστελέχωσης. Οι υπάρχουσες κοινωνικές υπηρεσίες, υπηρεσίες πρόληψης, ψυχικής υγείας και κοινωνικής φροντίδας λειτουργούν στα όρια της επιχειρησιακής τους εξάντλησης, με το προσωπικό να στερείται των αναγκαίων μέσων για να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες ανάγκες της κοινωνίας. Η συστημική αυτή αδυναμία αποτυπώνεται ανάγλυφα στα στατιστικά δεδομένα: η αναλογία ενός Κοινωνικού Λειτουργού ανά πέντε σχολικές μονάδες και μόλις ενός ανά 30.000 κατοίκους στους Δήμους, καθιστά πρακτικά ανέφικτη την έγκαιρη παρέμβαση, την ουσιαστική παρακολούθηση και την αποτελεσματική ψυχοκοινωνική στήριξη παιδιών, εφήβων και οικογενειών που βρίσκονται σε ανάγκη, καθώς και την ουσιαστική στήριξη των ευάλωτων πολιτών.
Η διαχρονική υποβάθμιση και υποστελέχωση των δημόσιων υπηρεσιών αποδυναμώνει κρίσιμα το δίκτυο κοινωνικής προστασίας της χώρας, διευρύνοντας συνεχώς τον χώρο παρέμβασης του ιδιωτικού τομέα και των ΜΚΟ σε πεδία που θα όφειλαν να καλύπτονται με καθολικό, σταθερό και δημόσιο τρόπο από την Πολιτεία.
Αντί της κοινώς αναγνωρισμένης ανάγκης για ουσιαστική ενίσχυση και επαρκή στελέχωση των υπηρεσιών, η Πολιτεία επιλέγει συχνά αποσπασματικές και επικοινωνιακού χαρακτήρα παρεμβάσεις, όπως η δημιουργία τηλεφωνικών γραμμών υποστήριξης χωρίς διασφάλιση μόνιμου εξειδικευμένου προσωπικού, χωρίς σαφή πρωτόκολλα διαχείρισης κρίσεων και επιστημονική εποπτεία, αλλά και χωρίς οργανική διασύνδεση με κοινοτικές δομές παρέμβασης. Ωστόσο, η ψυχοκοινωνική υποστήριξη του πληθυσμού δεν μπορεί να επαφίεται ούτε στην υπηρεσιακή εξάντληση, ούτε στην ατομική ευθύνη των επαγγελματιών, οι οποίοι καλούνται να διαχειριστούν κρίσιμα περιστατικά χωρίς τα αναγκαία θεσμικά, επιστημονικά και επιχειρησιακά εργαλεία.
Παράλληλα, θεωρούμε αυτονόητη την ανάγκη προστασίας της αξιοπρέπειας και των προσωπικών δεδομένων των θυμάτων και των οικογενειών τους. Η δημόσια αναπαραγωγή προσωπικών στοιχείων, εικόνων, συνομιλιών ή λεπτομερειών που αφορούν τη ζωή και τον θάνατο ανηλίκων δεν συνιστά ενημέρωση, αλλά πρακτική που εντείνει τον κοινωνικό στιγματισμό τόσο των ίδιων όσο και των οικείων τους. Καλούμε τα μέσα ενημέρωσης να επιδείξουν τη μέγιστη υπευθυνότητα και να τηρούν με απόλυτο σεβασμό τις αρχές της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και της προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Ως κοινωνικοί λειτουργοί στεκόμαστε με σεβασμό απέναντι στη μνήμη των εφήβων και εκφράζουμε τα ειλικρινή μας συλλυπητήρια στους οικείους τους. Καλούμε, για ακόμη μία φορά, την Κυβέρνηση να προχωρήσει άμεσα στη θέσπιση ολοκληρωμένου νομοθετικού πλαισίου για την παιδική προστασία, καθώς και στην ουσιαστική ενίσχυση των δομών και υπηρεσιών ψυχοκοινωνικής υποστήριξης με μόνιμο προσωπικό και επαρκείς πόρους, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στους νέους ανθρώπους που βιώνουν ψυχική επιβάρυνση.
Κάθε παιδί και κάθε έφηβη/ος έχει δικαίωμα να μεγαλώνει μέσα σε ένα πλαίσιο ασφάλειας, φροντίδας και ουσιαστικής υποστήριξης, χωρίς να μένει αβοήθητη/ος απέναντι στην ψυχική οδύνη.
